Τα Βορίζια έγιναν γνωστά σε ολόκληρη την Ελλάδα πριν από έναν χρόνο. Μερικούς μήνες αργότερα, το χωριό είχε κιόλας ξεχαστεί.
Αφορμή της δημοσιότητας στάθηκε η βόμβα που κατέστρεψε το σπίτι ενός ζευγαριού και το διπλό φονικό που ήρθε στη συνέχεια. Το σπίτι που καταστράφηκε ανήκε στην οικογένεια Φραγκιαδάκη. Τη ζωή τους έχασαν η 57χρονη Ευαγγελία Φραγκιαδάκη και ο 39χρονος Φανούρης Καργάκης.
Τραυματίστηκαν ακόμη τρεις άνθρωποι από την οικογένεια Φραγκιαδάκη, δύο άντρες και μία γυναίκα.
Ορισμένοι στράφηκαν στις κατάρες, στις φωνές και στη φασαρία. Άλλοι κράτησαν τη σιωπή και την αξιοπρέπεια.
Οι φόνοι διαπράχθηκαν μπροστά στα μάτια ολόκληρου του χωριού. Οι περισσότεροι από όσους βρίσκονταν εκεί προτίμησαν να μη μιλήσουν για όσα αντίκρισαν και όσα γνωρίζουν. Ήταν ο φόβος που επικράτησε; Ή η τάση να μην ανακατευτούν, ώστε να μη διαταραχθεί η ησυχία της οικογένειας; Ό,τι κι αν ήταν, δεν μπορεί να αλλάξει όσα έγιναν στην πραγματικότητα.
Η εικόνα ξεκαθαρίζει λίγο λίγο, ακόμη και χωρίς τη βοήθειά τους, έστω και αργότερα από όσο θα έπρεπε. Όσο κι αν επιχειρήθηκε η αλήθεια να θαφτεί μαζί με τους νεκρούς, εκείνη στέκεται απειλητική απέναντι στους ενόχους.
Ως προς τα γεγονότα, δύο οπλισμένοι άντρες της οικογένειας Καργάκη άνοιξαν πυρ από ψηλά εναντίον μελών της οικογένειας Φραγκιαδάκη. Εκείνοι έβγαιναν από τα σπίτια τους για να πάνε στο μνημόσυνο του παππού της οικογένειας, Μανούσου Φραγκιαδάκη. Πυρά έπεσαν και από την οικογένεια Φραγκιαδάκη.
Ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας Φραγκιαδάκη που δέχθηκαν πυρά εκείνη την ημέρα ήταν γυναίκες και παιδιά. Μεταξύ τους και μία έγκυος. Για να σωθεί, ο άντρας της την κάλυψε με το σώμα του.
Όπλο κρατούσε και ο νεκρός Φανούρης Καργάκης, όπως κατέθεσαν μάρτυρες που τραυματίστηκαν. Περνούσε από τον δρόμο απ’ όπου έβγαιναν οι Φραγκιαδάκηδες και κάποιοι από αυτούς απάντησαν στα πυρά.
Ειπώθηκαν πολλά για τον ρόλο της αστυνομίας και για το τι θα μπορούσε να είχε γίνει μετά την έκρηξη στο σπίτι των Φραγκιαδάκηδων, προκειμένου να αποφευχθούν οι αιματηρές εξελίξεις.
Την επόμενη ημέρα, πάντως, αυτό είχε μικρή σημασία. Κατάληξη ήταν οι δύο Καργάκηδες που πυροβολούσαν από ψηλά να βρίσκονται στη φυλακή, όπως και πέντε ακόμη άντρες της οικογένειας Φραγκιαδάκη. Ανάμεσά τους και οι δύο που τραυματίστηκαν.
Απαγόρευση εισόδου στο χωριό ισχύει και για άλλους άντρες και από τις δύο οικογένειες.
Την Κυριακή έγιναν τα μνημόσυνα της Ευαγγελίας και του Φανούρη. Το δικό της τελέστηκε στον Αλικιανό Χανίων, εκεί όπου ζούσε, και το δικό του στα Βορίζια.
Συγγενείς και φίλοι παρευρέθηκαν και στα δύο μνημόσυνα. Κάποιοι αναγκάστηκαν να διαλέξουν, όπως είχε συμβεί και στις κηδείες, γιατί στα χωριά οι οικογένειες μπλέκονται και οι φίλοι συχνά μοιράζονται.
Όποιος περάσει τους τελευταίους μήνες από τα Βορίζια συναντά εγκατεστημένες αστυνομικές δυνάμεις. Με τη δύση του ήλιου το χωριό παίρνει όψη φαντάσματος. Απλώνεται μια αλλόκοτη σιωπή και μια ησυχία που τρομάζει, σαν να περιμένει το κακό.
Έξω από το σπίτι της Βασιλικής Φραγκιαδάκη, μητέρας της Ευαγγελίας, στέκεται μόνιμα ένα περιπολικό. Η γιαγιά, 85 ετών, μετά από ατύχημα μένει στο κρεβάτι και δεν μπορεί να σηκωθεί. Το σπίτι όπου γέννησε τα παιδιά της και περπάτησαν τα εγγόνια της έχει γίνει η δική της φυλακή, μαζί με τη μοναξιά της.
Μία ημέρα πριν από το μνημόσυνο της κόρης της, ένα δισέγγονό της σπρώχνει την πόρτα. Τα μάτια της γιαγιάς αστράφτουν. Είναι ένα από τα παιδιά που ζουν χωρίς τον πατέρα τους και τον έχουν δει δύο-τρεις φορές στη φυλακή τον τελευταίο χρόνο. Μαζί με τη μικρή, που δεν είναι πάνω από έξι ετών, μπαίνουν στο σπίτι και δύο-τρία εγγόνια και ανίψια. Την αγκαλιάζουν και τη φιλούν. Εκείνη απολογείται που δεν θα μπορέσει να πάει στο μνημόσυνο της κόρης της. Δεν μπορεί να σηκωθεί.
Το σπίτι είναι γεμάτο φωτογραφίες. Η γιαγιά δεν ξεστόμισε ποτέ κατάρα, ούτε για εκείνους που έγιναν αιτία να χάσει το παιδί της. Το μόνο που έλεγε και λέει είναι: «εγώ τους αγαπώ κι ας με σκοτώσανε».
Με δάκρυα στα μάτια αγκαλιάζει και φιλά όσους έχει κοντά της. Δακρύζουν και όσοι σκύβουν στο κρεβάτι της, χωρίς όμως να μπορούν να της το δείξουν.
Θέλουν να της δώσουν κουράγιο, όχι να κλάψουν μαζί της. «Αυτό το σπίτι ήταν γεμάτο παιδιά και εγγόνια και τώρα είμαι μόνη μου. Και δεν μπορούν τα παιδιά μου να έρθουν να με δούνε», λέει μέσα στο κλάμα της.
Μια φωτογραφία στον τοίχο αλλάζει την κουβέντα. Δείχνει τη γιαγιά νέα, μαζί με τον παππού.
«Πώς τον γνώρισες;», τη ρωτούν. «Παιδί μου τότε παντρευόμασταν με προξενιό. Στον έφερναν οι γονείς και ήσουν υποχρεωμένη να τον πάρεις. Εγώ ήμουν τυχερή. Η μόνη που φορούσα μίνι στο χωριό».
Οι αστυνομικοί παίζουν με το παιδί.
Ένα από τα ανίψια της γιαγιάς ανεβαίνει τη σκάλα του φονικού. Η μικρή πάει να τρέξει κι εκείνη. «Μην πας εκεί», φωνάζει η μάνα της. «Θες να σας ανεβάσω εγώ;», ρωτά ο αστυνομικός.
Έρχεται η ώρα να φύγουν οι μουσαφίρηδες. Φιλούν τη γιαγιά, σβήνουν το φως και κλείνουν την πόρτα. Αυτός είναι ο τελευταίος ήχος στον δρόμο.
Στο μνημόσυνο της Ευαγγελίας ο ιερέας μιλά και πάλι για την ανάγκη να σιγήσουν τα όπλα, για την ιερότητα και την αξία της ανθρώπινης ζωής. Λέει ότι τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής.
«Η δύναμη και ανδρεία δεν αποδεικνύονται με το όπλο. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το χθες, αλλά μπορούμε να προστατεύσουμε το αύριο. Η τιμή του ανθρώπου δεν υπερασπίζεται με το αίμα».
Για μία ακόμη φορά, στα Χανιά δεν ακούστηκαν ούτε κατάρες ούτε φωνές. Σφιγμένα δόντια, αμέτρητα γιατί και άπειρα ποτέ ξανά. Ευχές για δικαιοσύνη και για να αποδειχθεί η αλήθεια.

































